Ολλανδικά

Τα ολλανδικά (ολλανδικά: Nederlands ) ανήκουν στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, στην υποομάδα των γερμανικών γλωσσών. Από τα Ολλανδικά εξελίχθηκαν τα Αφρικάανς. Σήμερα, είναι μητρική γλώσσα περίπου 22 εκατομμυρίων κατοίκων. Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαμβάνει την 7η θέση στη σειρά κατοίκων που την ομιλούν ως μητρική γλώσσα.
  • dutch 01
    dutch 01
  • dutch 02
    dutch 02
  • dutch 03
    dutch 03
  • dutch 04
    dutch 04
  • dutch 05
    dutch 05
Ομιλείται βασικά στην Ολλανδία, το Βέλγιο (στο φλαμανδικό τμήμα της χώρας) και στο Σουρινάμ. Και στην Αρούμπα, τις Ολλανδικές Αντίλλες (τμήματα και τα δύο του Βασιλείου της Ολλανδίας και το Γαλλικό Βέστχουκ (ολλανδικά: Franse Westhoek, γαλλικά: Westhoek français) ομιλούνται τα ολλανδικά. Το τελευταίο αποτελεί τμήμα της Γαλλίας και αποκαλείται μερικές φορές “Γαλλική Φλάνδρα”. Αναφέρεται δε στην περιοχή πέριξ της Δουνκέρκης. Σε λίγες περιοχές της Γερμανίας, κοντά στα σύνορα με την Ολλανδία, ομιλούνται και διδάσκονται επίσης τα ολλανδικά. Στη Νότια Αφρική και στην Ινδονησία (παλιά αποικία της Ολλανδίας), τα Ολλανδικά χρησιμοποιούνται ως γλώσσα-πηγή για τη δημιουργία λέξεων. Το 2005, η Ολλανδική γλώσσα διδασκόταν σε περίπου 40 χώρες, σε 220 πανεπιστήμια.
  • dutch 01
  • dutch 02